Την αρχική έκπληξη και απορία διαδέχθηκε θυμός, οργή και θλίψη που μετεξελίχθηκε σε έντονο προβληματισμό, μετά την ανάγνωση της είδησης ότι ανέκδοτα έγγραφα, που αφορούν την Ελληνική Επανάσταση του 1821, διατέθηκαν σε δημοπρασία στο Μόναχο, σύμφωνα με δημοσίευμα εντύπου του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και αναδημοσίευση από την ιστοσελίδα
http://www.29dytika.gr.
Το γεγονός ότι διανύουμε μια εποχή, που την χαρακτηρίζει η βαθύτατη κρίση αξιών και θεσμών είναι μια χιλιοειπωμένη διατύπωση, όπως επίσης και η διαπίστωση ότι η τεχνολογική έκρηξη δεν συνοδεύτηκε από μια αντίστοιχη ηθικοπνευματική ανάταση των ανθρώπων. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, η αλήθεια ότι έγγραφα που αφορούν την πολιορκία της Ιεράς Πόλεως του Μεσολογγίου από τους Τούρκους ή επιστολές του Μαυροκορδάτου από το Μεσολόγγι θα εκτίθονταν σε δημοπρασία ξεπερνάει και την πιο ζωηρή φαντασία. Η τιμή εκκίνησης της δημοπρασίας, που ήταν προγραμματισμένη για τις 9 Μαΐου, ήταν 20.000 ευρώ-το αντίτιμο για την καταδυνάστευση της ιστορίας- και έγινε μέσω διαδικτύου.
Πλήθος ερωτημάτων ανακύπτουν από την πραγματοποίηση της δημοπρασίας αναφορικά με την σκοπιμότητα της κίνησης αυτής, εκτός των ιθυνόντων, που το οικονομικό όφελος είναι προφανές και κυρίως τον τρόπο και τις ευθύνες που επέτρεψαν την διαφυγή των εγγράφων αυτών από το «μικρό αλωνάκι». Η ιστορία και το μέλλον των νέων βγαίνουν σε πλειστηριασμό, καθώς οι ιστορικές μνήμες εκποιούνται, με στόχο το υψηλότερο οικονομικό τίμημα. Η είδηση αυτή θα προκαλούσε το ίδιο σάστισμα και στους νεαρούς Μεσολογγίτες, που μυούνται στις Γιορτές Εξόδου και στα μάτια τους διακρίνει κανείς την φλόγα της πίστης προς την πατρίδα, τον σεβασμό στην ιστορία και την επιθυμία τους «αμύνεσθαι περί πάτρης».
Η αδιαμφισβήτητη αλήθεια είναι ότι το Μεσολόγγι ανήκει στην ανθρωπότητα και ότι «κάθε ελεύθερος άνθρωπος είναι δημότης του», διαπίστωση που αποκαλύπτει το μεγαλείο της ελληνικής ψυχής και συγκεκριμένα των κατοίκων της ιστορικής αυτής πόλης. Όμως, την μέθεξη αυτή μπορεί να την νοιώσει κανείς μόνο με την ψυχή, το πνεύμα και την καρδιά του, μετέχοντας στην ελληνική παιδεία και όχι «χτυπώντας » μια καλύτερη τιμή σε δημοπρασία του εξωτερικού. Εξάλλου, είναι παραλογισμός ιστορικά χειρόγραφα ανεκτίμητης αξίας να «βγαίνουν στο σφυρί». Το ερώτημα που αναφύεται στην περίπτωση αυτή είναι σχετικά με το ζοφερό ενδεχόμενο να «διατεθεί στο μέλλον το λάβαρο της Επαναστάσεως σε δημοπρασία» και ποια είναι η θέση της πολιτείας και των φορέων στο λεπτό αυτό ζήτημα.
Η άρνηση της πραγματικότητας, ασφαλώς, δεν είναι το ενδεδειγμένο καταφύγιο στα ζητήματα αυτά. Ωστόσο, επειδή ανάμεσα στον ιδεαλισμό και τον ρεαλισμό υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα, επιβάλλεται να υπάρξει ιεράρχηση αναγκών και αξιών, έτσι ώστε τουλάχιστον να διασωθούν τα ιερά και όσια. Έτσι, μοναδικός σκοπός μας επιβάλλεται να είναι η διασφάλιση της κληρονομιάς μας και μεταλαμπάδευση των ιδανικών μας στις επόμενες γενιές, έστω και με την υποχρεωτική -εκ των πραγμάτων- συμμετοχή της ελληνικής πολιτείας και των φορέων στη δημοπρασία, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα ιστορικά κειμήλια θα μείνουν στην Ιερά Πόλη και στους αυτοδίκαια κατόχους τους.
Εξάλλου, η ιστορική μας κληρονομιά αποτελεί, εκτός από απίστευτη τιμή, μια παρακαταθήκη και ιερή υποχρέωση συνάμα, γιατί διαφορετικά θα είμαστε υπόλογοι απέναντι στην ιστορία και στις νεώτερες γενιές. Επιπλέον, κοινή διαπίστωση αποτελεί το γεγονός ότι λαός, που γυρίζει την πλάτη του στο παρελθόν, δεν έχει μέλλον. Ωστόσο, το Μεσολόγγι από την διαδρομή του μέσα στο χωροχρόνο είναι «καταδικασμένο» να μακροημερεύει και να μεγαλουργεί, αποδεικνύοντας ότι είναι μια πόλη με πείσμα, θέληση και προοπτική, που απαιτεί από τους κατοίκους της ακόμα και την λύτρωση με το θάνατο, παρά την υποδούλωση στον κατακτητή. Έτσι, αποτελεί για την γωνιά αυτή του πλανήτη μονόδρομο η διαφύλαξη κάθε ιστορικού της στοιχείου ως πολύτιμου φυλαχτού και συνάμα εφαλτήριο για πρόοδο και δημιουργία.